Στο gay parade του Σικάγο, νεαροί Χριστιανοί παρατάχθηκαν πίσω απ τα κάγκελα ζητώντας συγγνώμη για την ομοφοβία της Εκκλησίας. Στη φωτό αγκαλιάζονται με έναν γκέι παρελαύνοντα.
Στον Άνθιμο, με αγάπη, αγάπα είναι δωρεάν, το είπε και ο Κύριός του

Η συζήτηση αφιερώθηκε σε μεγάλο βαθμό στο ζήτημα του ρατσισμού. Είχαν προσκληθεί άνθρωποι που έχουν βιώσει τον ρατσισμό σε διαφορετικές μορφές ή τον βιώνουν ακόμα καθημερινά. Θα ήταν εξαιρετικό να ήταν στη συνέλευση και άνθρωποι που έχουν ξεκάθαρες ρατσιστικές απόψεις, να τους ακούσουμε και να ακούσουν, αλλά δεν έγινε εφικτό (εξάλλου πρoβλέπεται ρητά από τις βασικές αρχές μας ότι δεν αποκλείουμε εκ των προτέρων στις διαδικασίες μας απόψεις, αλλά συμπεριφορές, ειδικά αν είναι διχαστικές, προσβλητικές και βίαιες).

Αποφασίστηκε η συμμετοχή της κίνησης στο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ (6-8 Ιουλίου) και εξουσιοδοτήθηκε η ομάδα ρατσισμού να αναλάβει τις σχετικές επαφές και την προετοιμασία.

Από την πολύωρη συζήτηση, καταλήξαμε στους εξής κοινούς τόπους:

Ρατσισμός δεν είναι μόνο ο φυλετικός ρατσισμός ή ο σεξισμός, αλλά κάθε μορφή συμπεριφοράς που κατατάσσει τους ανθρώπους σε κατηγορίες, βάσει αντικειμενικών ή δήθεν αντικειμενικών κριτηρίων, υποτιμώντας τους και προκαλώντας ή ζητώντας την εξόντωση –ψυχική, βιολογική, ή φαντασιακή- μιας ή περισσότερων από αυτές. Αποτελεί ένα σχεδόν καθολικό –τερατώδες – χαρακτηριστικό των ανθρώπινων κοινωνιών. Πρόκειται για την a priori απόρριψη του Άλλου, ως διαφορετικού και ισότιμου, για την καταφανή ανικανότητα της συγκρότησής μας ως εαυτών χωρίς αποκλεισμό των άλλων και για την πρωτοφανή ανικανότητα να αποστασιοποιηθούμε/αυτονομηθούμε από το Άλλο, χωρίς να το υποτιμούμε και εντέλει να το μισούμε.

Το ιδιάζον στοιχείο του ρατσισμού, το οποίο τον διαφοροποιεί απ’ τον απλό εθνικισμό και τον θρησκευτικό φανατισμό, είναι ότι δεν επιθυμεί την ενσωμάτωση του διαφορετικού –μέσω π.χ. του προσηλυτισμού- αλλά την εξαφάνισή του. Κατά συνέπεια ρατσιστές δεν είναι, υπό αυτή την έννοια, μόνο οι φαλαγγίτες της Χρυσής Αυγής ή της Κου Κλουξ Κλαν, αλλά και οι χούλιγκανς που επιθυμούν τη φυσική εξόντωση των αντιπάλων τους, τα μέλη των διάφορων ομάδων υποκουλτούρας, που μισούν μέχρι εξαφάνισής τους τα μέλη άλλων ομάδων (π.χ. rockers εναντίον mods, disco dancers, ravers κλπ.). Όπως επίσης και οι οπαδοί ιδεολογιών, όπως ο μαρξισμός/λενινισμός κι ο αναρχισμός, στο βαθμό που δεν επιθυμούν τη μεταστροφή των «αστών», των «φασιστών» ή των «μπάτσων», αλλά τη –φυσική- εξόντωσή τους.

Ρατσιστική για παράδειγμα μπορεί να θεωρηθεί και η στάση του κράτους, απέναντι στους αστέγους ή στους συνανθρώπους μας, που βρίσκονται στα πάσης φύσεως «ιδρύματα» και δεν τους παρέχονται τα στοιχειώδη για μια αξιοπρεπή διαβίωση. Ή η πρόσφατη στάση κρατικών λειτουργών και μήντια απέναντι στις οροθετικές πόρνες.

Πέρα από τις γνωστές ανθρωπολογικές, κοινωνικοοικονομικές, πολιτικές, πολιτισμικές προσεγγίσεις για το ζήτημα του ρατσισμού, έχει ιδιαίτερη σημασία και η ψυχαναλυτική προσέγγιση. Ψυχαναλυτικά, ο ρατσισμός δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια μετάθεση προς έναν εξωτερικό στόχο, του μίσους που το ίδιο το άτομο νιώθει για τον εαυτό του. Βέβαια το ίδιο ισχύει και για το μίσος της ψυχής απέναντι στον κόσμο γενικώς, καθώς όπως λέει ο Freud αυτό είναι πιο πρωταρχικό για την ψυχή απ’ ότι η αγάπη. Είναι όμως το μίσος ενάντια στον εαυτό, που εξηγεί την ιδιαιτερότητα της ρατσιστικής συμπεριφοράς, την ανάγκη δηλαδή εξεύρεσης ενός σταθερού αντικειμένου μίσους, στην προσπάθεια εξόντωσης του οποίου αφιερωνόμαστε. Με πλέον χαρακτηριστική περίπτωση την ομοφοβία, ή οποία κατά κανόνα αποτελεί μια λανθάνουσα ομοφυλοφιλία, την οποία δεν μπορεί να αποδεχτεί το ίδιο το άτομο, μισεί τον εαυτό του για αυτό και εξωτερικεύει αυτό το μίσος με την ομοφοβική συμπεριφορά.

Το ζήτημα του ρατσισμού έχει επιστρέψει έντονα στις μέρες μας, με την έξαρση της ρατσιστικής προπαγάνδας και βίας κυρίως από τους φανατικούς εθνικιστές –έλληνες και μετανάστες, γιατί και μετανάστες συμμετέχουν πλέον στα τάγματα εφόδου- και τους νεοναζί της χρυσής αυγής. Τα κρούσματα είναι πολλά και καθημερινά την τελευταία περίοδο, υπό την ανοχή, ενίοτε και συμμετοχή της αστυνομίας και του κράτους εν γένει. Και ο προβληματισμός μεγάλος, για το πως πρέπει να αντιμετωπιστεί αυτή η κατάσταση.

Κατά τη γνώμη μας το πρωτεύον σε αυτή τη φάση είναι η εφαρμογή των νόμων και γενικά των κανόνων δικαίου,  το οποίο είναι ανεξάρτητο από το εάν η χρυσή αυγή  έχει κοινοβουλευτική εκπροσώπηση.  Δυστυχώς ο -όποιος-  πολιτικός λόγος των περισσότερων που έχουν αυτοανακηρυχθεί αντιρατσιστικό κίνημα, δεν θίγει καθόλου αυτό το ζήτημα, πέρα από το ότι είναι αντιφατικός και εν τέλει συχνά αναπαράγει ρατσιστικά στερεότυπα.

Από τη μία μιλάει για την ανάγκη να τεθεί εκτός νόμου η ρατσιστική/εγκληματική οργάνωση, από την άλλη όταν δόθηκε π.χ. η ευκαιρία στον ΣΥΡΙΖΑ να στηρίξει ή και να βελτιώσει την πρόταση -αντιρατσιστικού- νόμου που είχε έρθει στη βουλή, αυτός είπε ένα μεγάλο ΟΧΙ, μαζί με την ΝΔ και το ΛΑΟΣ (τελικά ο νόμος δεν ήρθε ποτέ για ψήφιση).

Επίσης, ο λόγος, πολλών αντιρατσιστών, είναι ουσιαστικά μιλιταριστικός και ρατσιστικός. «Τσακίστε τους φασίστες σε κάθε γειτονιά, φασίστες κουφάλες έρχονται κρεμάλες» κλπ.

Ακόμα κι αν συμφωνούσαμε με αυτόν τον -μιλιταριστικό- λόγο, δεν θα μπορούσαμε να μην επισημάνουμε ότι αυτός ο λόγος δεν συμβαδίζει με μια αντίστοιχη δομή και προεργασία, από όσους τον εκφράζουν. Δεύτερη μεγάλη αντίφαση.

Στους φαλαγγίτες της χρυσής αυγής, αντιπαρατίθεται εκτός των άλλων ένα -κατά πολύ πολυπληθέστερο- ασκέρι, του οποίου τη δράση την έχουμε δει στους δρόμους, στις κινητοποιήσεις όλων αυτών των χρόνων. Καμία οργάνωση, σπασμωδικές κινήσεις χωρίς στόχο και περιεχόμενο, μια λογική χουλιγκανισμού και πλιάτσικου, αλλά και άκρατος ατομικισμός. Οι φάλαγγες της χρυσής αυγής, λειτουργούν σαν μαφιόζικος στρατός, με σχέδιο, πειθαρχία αλλά και αλληλεγγύη ανάμεσα σε όλους, όσοι συμμετέχουν στις επιχειρήσεις τους. Οι ιδεολόγοι χούλιγκανς/μπάχαλοι μπορεί να έχουν αλληλεγγύη μεταξύ τους, σπάνια όμως έδειξαν κάτι αντίστοιχο απέναντι στους υπόλοιπους συμπολίτες τους, που συμμετείχαν στις συλλογικές κινητοποιήσεις, ενώ συχνά δεν σεβάστηκαν δημόσια περιουσία, επαγγελματίες κλπ. που δεν τους έφταιγαν σε τίποτα για να εκτονώσουν πάνω στην περιουσία τους, τη δικαιολογημένη οργή τους.

 

Επειδή αναφέρθηκε το ζήτημα του χουλιγκανισμού, αποτελεί άμεση προτεραιότητα η σοβαρή μελέτη της φιλοσοφίας, της δομής, της λειτουργίας και  της δράσης των οπαδικών συνδέσμων (συμπεριλαμβανομένων και κάποιων αντίστοιχων συνδέσμων εθνικών ομάδων). Και το γεγονός της παρουσίας και δράσης σε αυτούς πολλών συμμοριτών, εθνικιστών, φασιστών και κάποιων πολύ λιγότερων αντιφασιστών. Αυτών και των πραγματικά τρομοκρατικών/εγκληματικών ομάδων τους.

Οι -με λίγες εξαιρέσεις- οπαδικοί σύνδεσμοι εξυπηρετούν τα συμφέροντα τοπικών παραγόντων ή επιχειρηματιών της υπόγειας και μη νύχτας, τύπου Ψωμιάδη, Μπέου, Μητρόπουλων κλπ. Αλλά και οικονομικό-πολιτικών μεγαθηρίων τύπου Κόκκαλη, Βαρδινογιάννη, Μελισσανίδη, Μαρινάκη, Αλαφούζου κ.α.(που κατά κανόνα έχουν συνεργαστεί και με τους παραπάνω παράγοντες, ιδίως της νύχτας). Και κάπου εκεί υπάρχουν και τα κουγιοειδή, παράγοντες του νομικού κόσμου, αλλά αυτούς οι περισσότεροι οπαδοί τους πήραν τελικά χαμπάρι και έχουν τουλάχιστον τον χλευασμό τους.

Όλοι αυτοί, λοιπόν, είναι οι πάτρωνες και οι σύνδεσμοι ουσιαστικά είναι η πολιτοφυλακή τους, χρηματοδοτούνται από αυτούς (είναι και το στοίχημα/τζόγος στη μέση), τους παρέχουν νομική προστασία, όποτε χρειαστεί (συνήθως με τα κουγιοειδή που είπαμε), τους παρέχουν διευκολύνσεις, έχουν πελατειακή λειτουργία.

Είναι και μια πολυπληθής δεξαμενή ψήφων, μέσο άσκησης πολιτικής πίεσης, μέσο πολιτικής δύναμης.

Είναι τυχαίο ότι κανένα κόμμα, ειδικά από τα λεγόμενα κόμματα εξουσίας, ποτέ δεν αντιμετώπισε το θέμα; Αντίθετα βλέπουμε όλο και πιο συχνά στα βουλευτικά έδρανα ή στην τοπική αυτοδιοίκηση, ακόμα και σε κυβερνητικά σχήματα, αρκετούς – συνήθως όχι και τους πλέον ταλαντούχους και αναγνωρισμένους- αθλητικούς αστέρες, παράγοντες, ακόμα και αρχισυνδεσμίτες; Οι οποίοι μάλιστα χρησιμοποιούν ως προεκλογικό μηχανισμό τους αντίστοιχους συνδέσμους;

Τα πρωτοπαλίκαρα των -αθλητικών -παραγόντων,  είναι συνήθως υπάλληλοι στις επιχειρήσεις τους. Η ιεραρχική/μιλιταριστική δομή των συνδέσμων, προσδίδει ένα μεγάλο κύρος και δύναμη σε αυτά τα πρωτοπαλίκαρα. Ο λόγος τους είναι νόμος, για τους κατά κανόνα έφηβους οπαδούς -που έχουν την ανάγκη της αγέλης- ενώ έχουν την δυνατότητα να παρέχουν πολλές διευκολύνσεις, ακόμα και να τους χαρτζιλικώνουν, όπως οι πάτρωνές τους κάνουν σε αυτούς.

Μια καλοστημένη πυραμίδα, που εξυπηρετεί οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα, αλλά και μαφιόζικες δραστηριότητες.

Οι σύνδεσμοι επιπλέον είναι εκκολαπτήρια της κουλτούρας του μίσους: τυφλό μίσος για τον αντίπαλο, ο οποίος πρέπει να εξοντωθεί με κάθε μέσο. Από την παρασκηνιακή δράση των παραγόντων του αθλήματος, των πάσης φύσεως «παραγκών», μέχρι τη φυσική εξόντωση των αντιπάλων οπαδών, με πιο εμβληματική περίπτωση το ραντεβού θανάτου των χούλιγκανς στη λεωφόρο Λαυρίου. Οι οπαδικοί σύνδεσμοι είναι εκκολαπτήρια ρατσιστικής βίας και εγκληματικότητας.

Ηγέτες και μέλη τους σε ορισμένες περιπτώσεις απαιτούν να έχουν δωρεάν συναλλαγές με καταστηματάρχες,  πουλούν προστασία, ή ακόμα και ελέγχουν γειτονιές. Και μάλιστα και με ιδεολογικό περίβλημα, όπως συμβαίνει π.χ. στη γειτονιά των Εξαρχείων.

Είναι δημόσιος κίνδυνος και για όλες τις παραμέτρους που αναφέρθηκαν παραπάνω, πρέπει να αντιμετωπιστούν με σχέδιο και σοβαρότητα και να απαγορευτεί έμπρακτα και το συντομότερο η ίδια τους η ύπαρξη.

Όσοι οπαδοί επιθυμούν εισιτήρια των ομάδων τους, υπάρχουν τα εκδοτήρια και το ίντερνετ για αυτό, η τεχνολογία για άλλη μια φορά έχει ξεπεράσει τις συνθήκες.

Το πρόταγμα

Το πρόταγμα της τήρησης των θεμελιωδών κανόνων δικαίου, των συμπαντικών κανόνων της αρμονικής λειτουργίας και συμβίωσης, μπορεί πολιτικά να αποκτήσει μια μέγιστη κοινωνική αποδοχή.  Όπως και η απαίτηση για ισονομία και ισοπολιτεία.

Είναι εξάλλου καθολική η απαίτηση για δικαιοσύνη, το είπαν και οι πλατείες της άμεσης δημοκρατίας πέρσι, το λένε καθημερινά οι πολίτες, ενώ πρόσφατα θίχτηκε και από κάποιους άξιους αστυνομικούς (http://www.capital.gr/stoupas/Article.aspx?id=1532898).

Δυστυχώς, το πρόταγμα αυτό, δεν είναι ξεκάθαρα συγκροτημένο στο χώρο του αντιρατσιστικού κινήματος, ίσως γιατί αυτό το κίνημα δεν έχει αποκτήσει πραγματικά κοινωνικά χαρακτηριστικά, γιατί κατά κανόνα αναπαράγει στερεότυπα, ιδεοληψίες και στρατηγικές πολιτικών χώρων, που το απαρτίζουν.

Για παράδειγμα παρατηρούμε καιρό τώρα πολιτικούς χώρους, να εμφανίζονται ως αυτόκλητοι προστάτες και υπερασπιστές των μεταναστών. Ως πάτρωνες και αυτοί, που υποτάσσουν τα συμφέροντα των μεταναστών στα μικροκομματικά τους συμφέροντα. Με πλέον χαρακτηριστική περίπτωση, αυτή της κατάληψης – απεργίας πείνας της Νομικής/Υπατίας, όπου στη δύσκολη στιγμή οι καιροσκόποι το έβαλαν στα πόδια, αφήνοντας έκθετους τους απεργούς πείνας με τους πραγματικά αλληλέγγυους.

Ενδεικτική επίσης αυτής της αντιμετώπισης του ζητήματος είναι και η κεντρική συζήτηση στο χώρο του επερχόμενου αντιρατσιστικού φεστιβάλ με τίτλο «Το Κίνημα και η Αριστερά στη νέα περίοδο: Καιροί δύσκολοι, απρόβλεπτοι και ελπιδοφόροι». Μια αυτοαναφορική συζήτηση, που θα μπορούσε κάλλιστα να διεξαχθεί σε ένα κομματικό φεστιβάλ. Λες και η υπόθεση του αντι-ρατσισμού, είναι υπόθεση μόνο της αριστεράς, λες και οι όποιοι ανένταχτοι, αυτόνομοι, φιλελεύθεροι, νοικοκυραίοι κλπ. δεν έχουν ευαισθησίες πάνω στο θέμα, λες και η ευαισθησία είναι αποκλειστικότητα της αριστεράς…

Ενώ, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, από πολλούς αντιρατσιστές προτάσσεται σε μεγάλο βαθμό -πέρα από την απαγόρευση της χρυσής αυγής- η τυφλή αυτοδικία, η οποία δεν έχει καμία σχέση με το δημοκρατικό αυτόδικον.

Ένα τέτοιου είδους πρόταγμα, πέρα πάλι από τα ζητήματα αρχής, όχι μόνο δεν μπορεί να συσπειρώσει τα ευρέα στρώματα -πόσο μάλλον τους δημοκρατικούς πολίτες- αλλά από την άλλη μπορεί να εξωθήσει στον κοινωνικό κανιβαλισμό και διχασμό. Αρκούν οι αναγνώσεις μας από τις αναφορές του Στίνα, του Καστοριάδη, του Γιάννη του Ταμτάκου κ.α. για την περίοδο 1935-1950, αρκούν οι αφηγήσεις των προγόνων μας, για το τι σημαίνει πόλωση, διχασμός ή  εμφύλιος. Αρκούν οι παραστάσεις και οι πληγές που τους ακολουθούν και ακόμα δεν έχουν επουλωθεί σε όλους.

Αρνούμαστε κατηγορηματικά να επιστρέψουμε σε αυτήν την εποχή, έχουμε την ιστορική εμπειρία. Αν αυτό συμβεί, δεν θα είναι άλλη μια τραγωδία, ένα παιχνίδι δηλαδή των δυνάμεων της τύχης και του απρόβλεπτου, αλλά η απόλυτη Μαλακία, όπως είχε πει κι ο Καστοριάδης (αναφερόμενος στο ενδεχόμενο μιας πυρηνικής καταστροφής).

Η κοινωνία μας, αν και σε ατομικό επίπεδο αναπαράγει γενικευμένα το βίαιο φαντασιακό, το μη σεβασμό στη διαφορετικότητα, ακόμα και το μίσος για το άλλο και τον ρατσισμό, από την άλλη αποδοκιμάζει κατηγορηματικά την πόλωση και  τη συλλογική βία. Υποκριτικό; Ναι, αλλά είναι μια πραγματικότητα.

Το είδαμε και στις πρόσφατες εκλογές, παρά το τεχνητό κλίμα πόλωσης από κόμματα/μήντια, την επαναφορά των χρεοκοπημένων διπόλων, τύπου αριστερά/δεξιά, η πλειονότητα γύρισε την πλάτη της στους ενορχηστρωτές και εκτελεστές αυτής της προπαγάνδας.

Στο χέρι όλων μας είναι αυτό να συνεχιστεί και πάρει καθολικά χαρακτηριστικά και σε ατομικό επιπέδο. Να γίνουμε δηλαδή, η αλλαγή που θέλουμε να δούμε στον κόσμο.

Για να είναι το αντιρατσιστικό κίνημα, ένα πραγματικό πολιτικό -κοινωνικό κίνημα, οφείλει να θέσει το ζήτημα της ελευθερίας, της ισότητας, της δικαιοσύνης, της μη βίας/ειρήνης. Το ζήτημα της παιδείας, των αρχών που συνέχουν την κοινωνία μας, των φαντασιακών σημασιών. Να μιλήσει για την ατομική ευθύνη, την -ανιδιοτελή- αγάπη, την ενσυναίσθηση και την κοινή/συλλογική συνείδηση. Να δώσει βήμα σε όλες/ους και να συνδιαλεγεί μαζί τους, ακόμα και με αυτούς που θεωρούμε ρατσιστές ή φασίστες.

Όσο εστιάζουμε μόνο στο θέμα της χρυσής αυγής, χάνουμε το δάσος. Η πολιτική αποδοχή της οργάνωσης είναι περιορισμένη, οι 400 περίπου χιλιάδες ωχριούν μπροστά στα δέκα εκατομμύρια του πολιτικού σώματος. Περιορισμένη φυσικά δεν είναι η εγκληματική/τρομοκρατική της δράση κι εκεί η κοινωνία ωφείλει να απαιτήσει και να επιβάλλει τη λήξη της.

Δεν χρειάζεται ούτε υποτίμηση, αλλά ούτε και υπερτίμηση αυτού που συμβαίνει.

 

Κλείνουμε με μια φιλοσοφική προσέγγιση του ζητήματος. Φιλοσοφικά, η εγκλείουσα τάση που γεννά τον ρατσισμό, εκλογικεύεται μέσω μιας οντολογίας της καθοριστικότητας. Μέσω δηλαδή μιας οντολογίας, που θεωρεί τον άνθρωπο -όπως και όλα τα υπόλοιπα όντα- ως καθορισμένο άπαξ και διά παντός.

Μια τέτοια οντολογία, η οποία πάντοτε ταυτίζει τη δήθεν αντικειμενικά υπάρχουσα ουσία του ανθρώπου, με την ιδέα που η ίδια έχει γι’ αυτόν, είναι μορφή διανοητικού εγκλεισμού και ετερονομίας και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπιστεί.

Από τη στιγμή που μας απαγορεύει να σκεφτούμε τη δημιουργία, τη θεμελιώδη δηλαδή ικανότητα της πραγματικότητας, να γεννά νέες μορφές και καινούργια είδη σε όλα τα πεδία, μας απαγορεύει να σκεφτούμε το Άλλο. Διότι το εκάστοτε Άλλο υπάρχει, ακριβώς επειδή η ιστορία –και το Είναι γενικώς- είναι δυνάμεις δημιουργικές, που μπορούν να φέρνουν στο φως πράγματα, τα οποία εμείς ουδέποτε είχαμε φανταστεί.

Η παραδοχή της δημιουργικής φύσης της ιστορίας και του Είναι εν γένει, αποτελεί μια απόφαση ουσιωδώς πολιτική, καθώς θεμελιώνεται στην πρωταρχική μας υπαρξιακή επιλογή, να είμαστε ανοιχτοί απέναντι στους άλλους, προσπαθώντας να υπερβαίνουμε τον διανοητικό εγκλεισμό, προς τον οποίο μας σπρώχνει η ανάγκη μας για βεβαιότητες. Ή η τάση να ζούμε με ζωτικά ψεύδη, στερεότυπα και αντιπάλους/εχθρούς.

Γι’ αυτό μια τέτοια παραδοχή, είναι συμφυής με την καθαρά πολιτική δραστηριοποίηση για τη δημιουργία μιας κοινωνίας αυτόνομης, δίκαιης και δημοκρατικής, στην οποία οι άνθρωποι θα είναι ελεύθεροι και θα σέβονται την ελευθερία των άλλων. Και θα προσπαθούν -και σ’ ένα σημαντικό βαθμό θα το καταφέρνουν- να μην είναι ανταγωνιστικοί, να μην έχουν μίσος. Αλλά θα αναγνωρίζουν το Άλλο, ως άνοιγμα στο διαφορετικό και το καινούργιο, ως άνοιγμα σε αυτό, που οι ίδιοι δεν μπόρεσαν να σκεφτούν, να φανταστούν ή να βιώσουν.

Μιας κοινωνίας που θα εκπαιδεύεται πάνω στο σεβασμό των φυσικών πόρων και όλων των ζωών στον πλανήτη. Μιας κοινωνίας που θα καλλιεργεί την διαφορετικότητα και την πολυχρωμία. Και μιας ανθρώπινης φύσης, με κεντρικό χαρακτηριστικό την ενσυναίσθηση, για τη διαμόρφωση της κοινής/συλλογικής  συνείδησης.

Αυτή, κατά τη γνώμη μας, είναι η σημασία του προτάγματος της ατομικής και κοινωνικής αυτονομίας.

(υ.γ. σε σημεία του κειμένου χρησιμοποιήθηκαν αναφορές από το έργο του Κ. Καστοριάδη, όπως και σχετικές αναφορές του περιοδικού Μάγμα και της ομάδας Αυτονομία ή Βαρβαρότητα).